
Άραγε, πόσα ρουσφέτια χωράνε σε ένα Fuel Pass;
Η κυβέρνηση των «αρίστων» χθες εξέθεσε την ψηφιακή της ανεπάρκεια για άλλη μία φορά, αποτυγχάνοντας παταγωδώς να φέρει εις πέρας ένα απλό έργο πληροφορικής, έχοντας στη διάθεσή της την απαραίτητη υλικοτεχνική υποδομή, το απαιτούμενο χρονικό διάστημα υλοποίησης, ακόμη και το AI για μια «ώρα ανάγκης».
Προφανώς, όλα αυτά δεν είναι αρκετά όταν πρέπει να συνδυαστούν με γνώσεις και εμπειρία που, όπως αποδείχτηκε, οι αρμόδιοι «εκλεκτοί» του κράτους διαχρονικά υπολείπονται, καταφέρνοντας το ακατόρθωτο: διαθέτοντας τους – θεωρητικά – καλύτερους servers της χώρας, να τινάξουν στον αέρα μία βασική διαδικτυακή εφαρμογή υποβολής φόρμας, εν έτει 2026.
Πρόκειται για ένα μνημειώδες φιάσκο, οι λεπτομέρειες του οποίου θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και κωμικές, αν δεν το πληρώναμε από την τσέπη μας.
Όλα ξεκίνησαν με το υπουργείο να επιλέγει να ανοίξει την περιβόητη πλατφόρμα για την επιδότηση καυσίμου στις 17:00 το απόγευμα, μία κίνηση που αναμφίβολα αποσκοπούσε στην αποφυγή μαζικής εισροής λογιστών και φοροτεχνικών στην ιστοσελίδα, αφού εκείνη την ώρα ολοκληρώνεται το ωράριο εργασίας τους.
Έτσι, θα μειωνόταν σημαντικά ο αναμενόμενος όγκος επισκέψεων κατά το άνοιγμα της εφαρμογής, αφού οι χρήστες θα μοιράζονταν μεταξύ του χθεσινού απογεύματος και της επόμενης εργάσιμης ημέρας.
Και πράγματι, έτσι έγινε, όμως η πλατφόρμα ήταν τόσο κακοστημένη που τελικά δεν άντεξε ούτε τον μειωμένο φόρτο και κατέρρευσε σαν τραπουλόχαρτο.
Το Fuel Pass έμεινε για ελάχιστα λεπτά στον διαδικτυακό αέρα, με την συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα τόσο κατά τη φόρτωση της σελίδας, όσο και κατά την αυθεντικοποίηση των στοιχείων τους.
Ακόμη και αυτοί που κατάφεραν μετά κόπων και βασάνων να εισέλθουν στο σύστημα, δεν μπόρεσαν να ολοκληρώσουν την αίτησή τους καθώς η κυβέρνηση τους ενημέρωνε εσφαλμένα είτε πως το αυτοκίνητό τους είναι ανασφάλιστο, είτε ότι… δεν κατέχουν αυτοκίνητο!
Αυτό μαρτυρά διπλή ελλιπή τεχνογνωσία.
Οι «υπεύθυνοι» όχι μόνο δεν προνόησαν ώστε να κάνουν αποδοτικό scaling στον διακομιστή (αν υποθέσουμε πως γνωρίζουν την έννοια) για να φιλτράρουν αποτελεσματικά την εισερχόμενη κίνηση, αλλά όπως φάνηκε δεν είχαν καν ρυθμίσει σωστά τη διασύνδεση της σελίδας με τη βάση δεδομένων του Υπουργείου Μεταφορών, προκειμένου να έχει πρόσβαση άντλησης των οχημάτων των πολιτών.
Ένας εκτεταμένος προκαταρκτικός έλεγχος, που επιβάλλεται να τελείται σε περιπτώσεις δημόσιων έργων, θα είχε αναδείξει αυτά τα ζητήματα, ωστόσο αυτό προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, υπευθυνότητα και εργατικότητα.
Παράλληλα, ο τραγελαφικός χειρισμός της κατάστασης και των δυσλειτουργιών που προέκυψαν δυσχεραίνουν ακόμη περισσότερο την εικόνα του κράτους.
Το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης κατά τις πρώτες ώρες της υπερφόρτωσης αρκέστηκε στο να αφαιρεί και να επανατοποθετεί ανά λίγα λεπτά το κουμπί της εισόδου στην πλατφόρμα από την κεντρική σελίδα του gov.gr.
Η σκέψη ότι ενδεχομένως μέχρι εκεί να φτάνουν οι προγραμματιστικές δυνατότητες των υπαλλήλων, είναι τουλάχιστον ανησυχητική.
Την ίδια στιγμή, γελοία και ερασιτεχνικά μηνύματα του στυλ «150.000 αιτήσεις και συνεχίζουμε» έκαναν την εμφάνισή τους, φανερώνοντας και την επικοινωνιακή αδυναμία της κυβέρνησης να κάνει έστω ένα υποτυπώδες damage control.
Εν τέλει, η ταλαιπωρία των πολιτών δεν τελείωσε ποτέ.
Το «ναυάγιο» επισφραγίστηκε όταν η εφαρμογή έκλεισε εντελώς κατά τις 9 το βράδυ, μεταθέτοντας το λανσάρισμά της για την επόμενη μέρα, με σειρά προτεραιότητας βάσει ΑΦΜ.
Ακόμη και σήμερα, όμως, τα ευτράπελα συνεχίζονται κανονικά, με την πλατφόρμα σε πολλές περιπτώσεις να εξακολουθεί να αδυνατεί να επικοινωνήσει με τις βάσεις δεδομένων των υπουργείων και τον κόσμο να αναγκάζεται, στην «Ελλάδα 2.0», να μεταβεί σε ΚΕΠ για να προχωρήσει τη διαδικασία χειροκίνητα.
Ας μην κρυβόμαστε. Εδώ δεν μιλάμε για κάποια μικρή αστοχία που επιλύθηκε άμεσα.
Όσοι ενεπλάκησαν στην ανάπτυξη αυτού του εγχειρήματος, είναι επιεικώς άσχετοι με το αντικείμενο και τα έκαναν όλα λάθος.
Από χθες, τόσο τα συναρμόδια υπουργεία όσο και συνολικά όλη η κυβέρνηση αποποιούνται κάθε υπαιτιότητα για την πανωλεθρία, ρίχνοντας την πλήρη ευθύνη στην ανάδοχο εταιρεία.
Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, λοιπόν, να μαθαίναμε ποια είναι αυτή η εταιρεία, πόσα χρήματα πήρε για την εκπόνηση του έργου, και υπό ποιες συνθήκες το ανέλαβε.
Όπως και να ‘χει, η αποκλειστική υποχρέωση για την επίβλεψη των εργασιών και την παροχή απροβλημάτιστων υπηρεσιών στους πολίτες βαραίνει αποκλειστικά και μόνο την κυβέρνηση.
Όλα τα άλλα είναι υπεκφυγές.
Ας μην ξεχνάμε ότι έχουμε ξαναζήσει αντίστοιχη περίπτωση και λίγα χρόνια πριν, στον εκπαιδευτικό τομέα, όταν το αρμόδιο κρατικό τμήμα (ΕΔΥΤΕ) που ήταν υπεύθυνο για τη λειτουργία της ηλεκτρονικής τράπεζας θεμάτων, στάθηκε ανήμπορο να ανταποκριθεί σε κυβερνοεπίθεση DDoS που δέχτηκε την ημέρα των εξετάσεων, αφήνοντας τους μαθητές «ξεκρέμαστους».
Αντίστοιχα και τότε, ο συγκεκριμένος φορέας αποποιήθηκε κάθε ευθύνη για το γεγονός, πετώντας το μπαλάκι στην εξέδρα και κατηγορώντας όσους τους κατέκριναν, αντί να προβούν σε αυτοκριτική.









