Όταν ψάχνουμε να αγοράσουμε ένα νέο smartphone, μία τηλεόραση ή ένα monitor, ακούμε όλο και πιο συχνά για τα 60Hz, τα 120Hz ή ακόμα και τα 240Hz.
Ο ρυθμός ανανέωσης (refresh rate) είναι ένα από τα πιο κρίσιμα χαρακτηριστικά μιας οθόνης, καθώς καθορίζει το πόσο ομαλή φαίνεται η εικόνα στα μάτια μας.
Ο ρυθμός ανανέωσης μετριέται σε Hertz (Hz) και δείχνει πόσες φορές ανανεώνεται η εικόνα στην οθόνη μέσα σε ένα δευτερόλεπτο.
Για παράδειγμα, μία οθόνη στα 60 Hz προβάλλει 60 διαφορετικές εικόνες (καρέ) το δευτερόλεπτο, ενώ μία οθόνη στα 120 Hz προβάλλει 120 καρέ στο ίδιο χρονικό διάστημα.
Πώς επηρεάζει την καθημερινή μας χρήση
Όσο υψηλότερος είναι ο αριθμός των Hz, τόσο πιο ρευστή είναι η κίνηση όταν σκρολάρουμε στα social media, όταν πλοηγούμαστε στο ίντερνετ ή όταν παρακολουθούμε βίντεο.
Αντίθετα, σε χαμηλότερα Hz, η κίνηση μπορεί να φαίνεται ελαφρώς σπαστή ή με καθυστέρηση.
Στους υπολογιστές και στις κονσόλες, ο υψηλός ρυθμός ανανέωσης προσφέρει χαμηλότερο χρόνο απόκρισης και καλύτερη αίσθηση ελέγχου.
Ωστόσο, για να εκμεταλλευτείτε τα 120 Hz ή τα 144 Hz στο gaming, θα πρέπει και η κάρτα γραφικών να παράγει τα αντίστοιχα frames per second (FPS).
Υπάρχουν μειονεκτήματα στα πολλά Hz;
Το βασικό μειονέκτημα των οθονών με υψηλό ρυθμό ανανέωσης είναι η αυξημένη κατανάλωση ρεύματος.
Για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα, τα σύγχρονα κινητά χρησιμοποιούν τεχνολογία LTPO, η οποία αυξομειώνει αυτόματα τη συχνότητα από 1 Hz έως 120 Hz ανάλογα με το τι προβάλλεται, εξοικονομώντας, έτσι, ενέργεια.









